Τα χρόνια της αλητείας (διήγημα) του Αριστείδη Αρχοντακη


Θα ήταν μέσα Φλεβάρη στη δεκαετία του ’90, μάλιστα ήταν η μέρα των 
ερωτευμένων, κι η παρέα εκείνη την βραδιά είχε αποστολή. Αγόρια και κορίτσια τα 
οποία είχαν ζευγαρώσει, επιβιβάστηκαν στο αλήτικο μαύρο όπελ καντέτ, με εφόδιο 
ένα μακρύ σχοινί στο πορτμπαγκάζ. Η καμπίνα του αυτοκινήτου μόνιμα μύριζε 
βενζίνη, καθώς το ρεζερβουάρ ήταν τρύπιο και υπερχείλιζε πάντα. Ο Γρηγόρης στο 
τιμόνι οδηγούσε σβέλτα και ριψοκίνδυνα με προορισμό το παραλιακό άλσος. Αν και 
καταχείμωνο πολλά ζευγαράκια το διάλεγαν για τις ερωτικές συνευρέσεις τους. Πόσο 
δε μάλλον σήμερα, τη βραδιά του Αγίου Βαλεντίνου. Το μαύρο αμάξι έκανε μια 
προεσκόπιση της περιοχής και άραξε απόμερα απαρατήρητο. Οι επιβαίνοντες 
κατέβηκαν και κρύφτηκαν πίσω από κάτι θάμνους υγρούς από τη βραδινή πάχνη. Ο 
καιρός κρύος αλλά το φεγγάρι φώτιζε την περιοχή σκορπώντας σκιές ολόγυρα. Ο 
Γρηγόρης εντόπισε ένα σιτροέν ντε σε βω παρκαρισμένο στην άκρη του δρόμου 
κοντά στον πελώριο φανοστάτη. Το ζευγαράκι ήταν ήδη σε προχωρημένες 
περιπτύξεις. Ευκίνητος και έρποντας με την κουλούρα το σχοινί στον ώμο, 
προσέγγισε το μικρό αμάξι. Έδεσε σφιχτά την μια άκρη του σχοινιού στον μπροστινό 
προφυλακτήρα και την άλλη, συνεχίζοντας μπουσουλιστά, στον φανοστάτη. Η 
συνέχεια παρά τα πνιχτά γελάκια της παρέας, προμήνυε πετροβόλημα του αμαξιού με 
μικρά βότσαλα ώστε το παράνομο ζευγάρι να ξυπνήσει επιτέλους από το πάθος και 
τις ηδονές που το είχαν αποβλακώσει. Οι πρώτες πετρούλες άφησαν αδιάφορο το 
ζευγαράκι που σιγά σιγά συνερχόταν, και την παρέα ανυπόμονη για την έκβαση της 
αποστολής με τα μάτια όλων να γυαλίζουν από την έξαψη. Στο τέλος με τα πολλά ο 
Γρηγόρης ξεπατώνει ένα μεγάλο σβώλο χώμα μαζί με τα αγριόχορτα, και την 
εκσφενδονίζει στην τέντα του ντε σε βω. Αλαφιασμένοι πια από το φόβο, η μηχανή 
παίρνει απότομα μπρός, προσπαθώντας να κάνει όπισθεν βίαια. Και τότε ακούγεται ο 
μεγάλος κρότος, με το Γρηγόρη και την παρέα να τρέπονται σε φυγή χαχανίζοντας, 
ενώ ο προφυλακτήρας του μικρού αμαξιού είχε πλέον αποκολληθεί.
Ο Γρηγόρης ήταν ζευγάρι με τη Μάγδα. Μαζί μεγάλωναν ζώντας τον έρωτά τους. Η 
Μάγδα είχε έρθει από το ορεινό χωριό της να τελειώσει το Λύκειο, και ζούσε στην 
πόλη συγκατοικώντας με τα μεγαλύτερα αδέλφια της. Παρότι έξυπνη και επιμελής, 
συνέπεια του οποίου ήταν να επιτύχει σε μια σχολή λογιστικής με τις πανελλαδικές 
εξετάσεις, επέλεξε να μην αφήσει την πόλη, και να δουλέψει στο εργαστήριο ενός 
μεγάλου ζαχαροπλαστείου. Οπότε και γνώρισε τον Γρηγόρη, παιδί μιας οικογένειας 
που μετρούσε οκτώ παιδιά, εφτά αγόρια και το τελευταίο, έτσι για να ικανοποιηθούν 
οι γονείς του, κορίτσι. Ο Γρηγόρης δεν τα έπαιρνε τα γράμματα, ίσως και να έφταιγε 
το ότι τον είχε ρημάξει στο ξύλο ο δάσκαλος με τη βέργα, δεν κατάφερε να τελειώσει 
ούτε το δημοτικό. Η αυτοπεποίθησή του και η φιλαυτία του όμως, δεν συμβάδιζαν με 
τη μόρφωσή του. Κανέναν δεν παραδεχόταν ανώτερο του, και πάντα είχε μια άποψη 
που συμβάδιζε με τα πατροπαράδοτα, δηλαδή, πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Από 
νωρίς στο γιαπί δίπλα αρχικά στον πατέρα του, ξακουστό μάστορα και λιθοξόο. 
Αργότερα στο στρατό πήρε την ειδικότητα του χειριστή βαρέων μηχανημάτων, στο 
μηχανικό, όπου υπηρέτησε. Με την απόλυσή του, ο πατέρας τού πήρε έναν μικρό 
εκσκαφέα για να πιάσει τόπο το δίπλωμα που πήρε απ’ το στρατό. Το πρωί στο 
μεροκάματο, και το βράδυ φουλάριζε το ντεπόζιτο του καντέτ, και έκοβε ατελείωτες βόλτες στο κέντρο της πόλης κάνοντας φιγούρα. Στο τέλος όλο και σε κάποια 
αίθουσα ψυχαγωγίας θα κατέληγαν, με τη Μάγδα να κάθεται υπομονετικά σε μια 
γωνιά, καθώς αυτός κι η παρέα έπαιζαν αμερικάνικο μπιλιάρδο. Η βραδιά κατέληγε 
στα σουβλατζίδικα, όπου έτρωγαν τις πίτες γύρο, με μπόλικο έξτρα αλάτι και κέτσαπ. 
Είχαν μια δεξιοτεχνία το πώς έπιαναν και έτρωγαν τον γύρο, ώστε να μη πέσουν τα 
ζουμιά στα φρεσκοπλυμένα ρούχα, που αντιτίθονταν με τους άξεστους τρόπους που 
επιδείκνυαν γενικά, φοβούμενοι πιο πολύ να μην χαρακτηριστούν φλώροι. Το 
καλύτερο σημείο σε μια γυναίκα για τον Γρηγόρη ήταν τα οπίσθια, γι αυτό όποτε του 
δινόταν η ευκαιρία έκραζε μέσα από το καντέτ τις συνάμενες κουνάμενες: κολάρα για 
πουκάμισα. 
Τα αδέλφια σιγά σιγά του Γρηγόρη έκαναν οικογένειες, και θεώρησε κι αυτός 
σκόπιμο, έτσι για να παίρνει σειρά, να γνωρίσει στην μάνα του την Μάγδα. Εξάλλου 
παρά τα φαινόμενα, η μάνα του έκανε το κουμάντο στο σπίτι, αυτής την ευχή έπρεπε 
να πάρει. Όμως τα πράγματα πήραν δυσάρεστη και μη προμελετημένη τροπή. 
«Ποια είναι αυτή η εξώλης και προώλης που θέλεις να βάλει στεφάνι γιόκα μου και η 
οποία κατεβάζει τα βρακιά της πριν τον γάμο;». Η μάνα είχε βγάλει αδέκαστη 
ετυμηγορία και δεν σήκωνε κουβέντα. Όσο και αν φώναξε ο Γρηγόρης, και για πρώτη 
φορά αντάλλαξε βαριές κουβέντες και αντιμίλησε στη μάνα, δεν άλλαξε τίποτα. Δεν 
του έμενε λοιπόν παρά να πάρει των αματιών του, και να πάει να μείνει στη φάρμα με 
την καλλιέργεια των αβοκάντο, μια παλαιότερη έξυπνη επένδυση του πατέρα, 
στήνοντας μια παράγκα αρχικά. Η Μάγδα από κοντά. Κι ήταν κοντά του όταν ο 
Γρηγόρης, έριχνε τα θεμέλια από μπετόν, με προοπτική να χτίσει με τα χέρια του ένα 
σπίτι στο μέρος που του αναλογούσε. Όμως, το σπίτι δεν χτίστηκε πέραν μια μικρής 
λυόμενης αίθουσας με χώρια λουτρό και κουζίνα, καθώς τα αδέλφια του δεν τον 
άφηναν να κτίσει παράνομα και εκτός σχεδίου, και να κακοχαρακτηρίσει και την 
περιουσία που τους αναλογούσε. Από παντού έβλεπε εχθρούς ο Γρηγόρης και 
γκρίνιαζε διαρκώς. 
Τα χρόνια περνούσαν και οι πρώτες άσπρες τρίχες φάνηκαν στους κροτάφους. Η 
Μάγδα που έβρισκε παρηγοριά στα σήριαλ της τηλεόρασης, του έλεγε ότι έμοιαζε με 
τον πρωταγωνιστή της αγαπημένης της σειράς «οι δυο ξένοι», έτσι αξύριστος, με 
γκρίζους κροτάφους και διαρκώς γκρινιάρης καθώς ήταν. Δεν πρόλαβαν να δουν μαζί 
το τέλος που επιφύλασσε η ζωή σ’ αυτόν τον αρρενωπό ζεν πρεμιέ.
Στα δέκα χρόνια σχέσης, και μετά από πιέσεις της οικογένειας της Μάγδας, δόθηκε 
ένα τέλος όχι αίσιο. Το ζευγάρι χώρισε, η Μάγδα παντρεύτηκε αμέσως, και έκανε 
μάνι μάνι δυο παιδιά. Ο Γρηγόρης απαρηγόρητος έκλαιγε, βλέποντας αισθηματικές 
βιντεοταινίες που του προμήθευα, και έριχνε το φταίξιμο στη μάνα, στη θέληση της 
οποίας όμως δεν πήγε κόντρα. 
Στην πορεία έκανε κι άλλες σχέσεις. Πότε μακροχρόνιες, όταν οι κοπέλες ήταν 
ανώτερες του, και είχαν την κρυφή ελπίδα ότι θα τον αλλάξουν, και πότε σύντομες 
σαν ήταν πιτσιρίκες από το σινάφι του, που τον καταλάβαιναν αμέσως και του έδιναν 
μεμιάς τα παπούτσια στο χέρι νωρίς.
Ο Γρηγόρης είχε πάντα λεφτά στα χέρια. Τα αμάξια και οι γρήγορες μηχανές 
αγοράζονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, υπό το πρίσμα μιας συνεχούς 
ανανέωσης. Τα καλοκαίρια στις παραλίες σαν άλλος νάρκισσος, παρότι μεγάλωνε, 
του άρεσε να επιδεικνύει το καλοσμιλεμένο του κορμί, αλίμονο δεν θα ήταν αλλιώς 
μετά τόσα χρόνια χειρονακτικής εργασίας. Οσονούπω ίδρωνε και κοπίαζε παίζοντας 
ρακέτες και μπιτς βόλεϊ. Είχε επιτυχίες στις Σκανδιναβές μεγαλοκυρίες που ήθελαν 
«λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι τους». Αλλά και σαν ο θηλυπρεπής 
ιδιοκτήτης του μπιτς μπαρ, ήθελε να χαιρετήσει την παρέα, στον Γρηγόρη 
κατευθυνόταν, και χαριεντίζονταν κάνοντάς του μασάζ στους ώμους, προκαλώντας σε εμάς τους υπόλοιπους μια γενική θυμηδία. «Τι σας νοιάζει εσάς τι κάνει, έπαιρνε 
το μέρος του ο Γρηγόρης, όταν η εν λόγω αδελφή απομακρυνόταν, πειράζει κανέναν 
σας;» Ο Γρηγόρης πάντα ήθελε έναν κολλητό δίπλα του, το επονομαζόμενο «μπαρί». 
Ίσως του έλειπε ο δίδυμος αδελφός του, που ενδημούσε σε άλλες περιοχές της 
Ελλάδας, ψάχνοντας την τύχη του. Πάντα διάλεγε χωρισμένους που μαζί αντάλλασαν 
κουβέντες αφοσίωσης και συμπόνιας. Όταν τον παρατούσαν, οι πιο πολλοί 
ξαναπαντρεύονταν, γκρίνιαζε πιο πολύ, υπερθεματίζοντας κατά της μπέσας που 
εκλείπει, όπως διατείνονταν, την σήμερον ημέραν. Ένιωθε την αδήριτη ανάγκη να τα 
ξαναβρεί με την μάνα και να δώσει τέλος σ’ αυτήν την μακροχρόνια διαμάχη, 
παίρνοντας την συγχώρεση της. Εξάλλου οι νυχτερινοί εφιάλτες επανέρχονταν 
ταχτικά, και οι δαίμονες όπως πίστευε δεν θα τον άφηναν σε ησυχία, όσα θυμιατά και 
λιβάνια κι αν έκαιγε μέσα στην απόγνωσή του. Όμως η μητέρα αρρώστησε, την 
χτύπησε η άνοια και πλέον ζούσε σαν φυτό υπό την φροντίδα της παντρεμένης κόρης, 
που στεκόταν πάντα δίπλα της ως το τελευταίο αποκούμπι. Ο πατέρας είχε πεθάνει 
νωρίτερα κι αυτός, κι η μάνα σαν ένα είδος παραίτησης απ’ την ζωή και τα εγκόσμια, 
αφέθηκε λες, στη θολούρα του αλτσχάιμερ μη αναγνωρίζοντας πια πρόσωπα και 
πράγματα. Σε βαριά απελπισία ο Γρηγόρης δεν είχε προλάβει να πάρει την άφεση, και 
τώρα όπως έλεγε ήταν αργά. Ο θάνατος δεν άργησε να έρθει για να ξεκουράσει τη 
γριά μάνα, και τότε στο αγγελτήριο, ανάμεσα στα τεθλιμμένα παιδιά, γράφτηκε και 
το όνομα του Σταμάτη. Γιατί Σταμάτη έλεγαν τον «Γρηγόρη» που είχε αποδεχτεί 
τόσα χρόνια το προσωνύμιο της παρέας, λες και ήθελε να ξορκίσει το πεπρωμένο του. 
Ο «ομφάλιος» λώρος είχε πλέον κοπεί άπαξ και δια παντός, κι ο Γρηγόρης έκλαιγε 
ξανά σαν νεογέννητο.
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Γ. ΑΡΧΟΝΤΑΚΗΣ*
*Φυσικός-συγγραφέας

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις