Ένας ξυπόλητος Θεός - ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ (ΛΕΞΕΙΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΟ)

Ένας θεός ξυπόλητος μου χτύπησε το νου μου, μία νυχτιά καλοκαιριού, βλέμμα του δειλινού μου. Ήταν βρεγμένος αητός, χαϊνης απ' τα όρη, είχε κρυφές λαβωματιές από αγάπης δόρυ. Δε μίλησα, μα του ΄γνεψα στη σκέψη να περάσει, στη πάχνη μου των λογισμών να ΄ρθει να ξαποστάσει. Εφόραγε της ζήσης μου το μαύρο πανοφώρι κι ένα τσιγάρο κράταγε σβησμένο ξεροβόρι. Τονε ρωτώ πουθ΄έρχεται και μ΄απαντά εντός σου, εκειά απου ΄χεις ασκιανούς να σεργιανούν στο φως σου. Του έβαλα κούπα κρυφή-δάκρυ, να ξεδιψάσει και δυο χαμένους κεραυνούς που ΄χα, ψωμί να πιάσει. Του έβαλα να κοιμηθεί στ΄ όνειρα της καρδιάς μου, μα ντράπηκα ήταν φτωχά ρούχα της καταχνιάς μου. Εγέλασε κι ήταν αυτό το γέλιο ένα ποτάμι, που έλουσε και έπλυνε κάθε ψυχής, το δράμι. Και ύστερα με κοίταξε μα πάλι δε μιλούσε και τότε είδα τα φτερά στον κόρφο που φυλούσε. Τα έβγαλε, μου τα ΄δωσε και είπε είναι δικά σου, στα φύλαξα χρόνια πολλά, πριν έρθω στον οντά σου. Μου τα ΄χες δώσει σαν παιδί μία νυχτιά του θέρους, τ΄αστέρια όντε κοίταζες, τ΄άφησες παραμέρους. Τα πήρα και στα φύλαξα χρόνους σαράντα δέκα, όντε εσένα η έρημος τους λογισμούς σου πελέκα. Και ύστερα κοιμήθηκε σαν το παιδί στ΄αλώνι και η νυχτιά αλάφρωσε, τις σκέψεις δε μαλώνει. Και μένα μου ΄ριξε η αυγή το πιο ζεστό της γέλιο, όντε χαθείς θε να βρεθείς στ΄αγάπης το θεμέλιο. Πηγή: Χανιώτικα νέα (Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις